Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Choose not to be a lady



Υπάρχει μια σκηνή στο Broadcast News, που ο William Hurt ρωτάει τη Holly Hunter:  “How does it feel to always know that you are right, to always be the smartest person in the room?” Και η Holly απαντάει: “Awful”.

Awful, indeed. Δεν υπάρχει πιο μοναχικό συναίσθημα από τη μεγάλη εξυπνάδα –όπως κι αν την ορίσει κανείς. Ο πολύ έξυπνος δεν έχει ποτέ πραγματικά παρέα. Πρέπει συνεχώς, σε κάθε περίπτωση, να αξιολογεί το περιβάλλον και να αποφασίζει πόσο έξυπνος του επιτρέπει αυτό το περιβάλλον να είναι, προκειμένου να επικοινωνήσει, να «ανήκει», να υπάρχει χωρίς να τρομάζει τους άλλους.
Και αυτή η έκπτωση, μικρή καμιά φορά, μεγαλύτερη άλλοτε, κάνει τους έξυπνους, τους πιο μόνους ανθρώπους στον κόσμο. 
Οι ανόητοι δεν το φαντάζονται καν, ότι κάποιος μπορεί να χρειάζεται να «μικρύνει» για να τον κάνουν παρέα. Οι έξυπνοι είναι πολύ καλοί σε αυτές τις πράξεις μεταμφίεσης.

                                                                  

Εχθές πέθανε η Nora Ephron, μόνο που το έμαθα σήμερα.
Η Nora που έλεγε: «Choose not to be a lady», ή «No matter what you do, you can always change your mind». Η Nora που ήταν ο Walt Disney της popular culture.
Όλες οι φίλες πιστεύουμε ότι είμαστε ικανές και άξιες για να γίνουμε Nora, μόνο που να…καμιά φορά δεν τολμάμε.
Δεν τολμάμε να είμαστε εξυπνότερες – οι εξυπνότερες στο δωμάτιο -, να μην είμαστε αξιοπρεπείς, να μην είμαστε κυρίες, να μην είμαστε ευγενικές, να βρίζουμε όσο θα θέλαμε, να αλλάζουμε γνώμη…
Ζω με αυτή την ελπίδα της αλητείας, για την ημέρα που θα διαλέξω να μην είμαι κυρία.

Nora is dead. Long live Nora. Go out and make a mess!
  

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Daisy




Υπάρχει ένας σινεφίλ μύθος ότι ο Woody Allen όταν γνώρισε τη Mia Farrow, την επόμενη μέρα, της έστειλε ένα κουβά γεμάτο μαργαρίτες.
Προσωπικά, δεν μπορώ να φανταστώ πιο ρομαντικό μπουκέτο, πιο ανεπιτήδευτο, πιο γεμάτο υπόσχεση για μελλοντική ευτυχία.
«Aren’t daisies the friendliest flowers?», όπως ρωτούσε και η Meg Ryan τον Tom Hanks στο “You got mail”.

Η Αμαλία είναι η μικρότερη φίλη μου – 12 χρόνια μικρότερή μου. Μαθητευόμενη μου στο γραφείο εδώ και πολλά πολλά χρόνια, συνταξιδιώτισσα μου, a joker, a smoker and a midnight talker
Είναι gamin όπως θα ΄λεγαν οι Γάλλοι, αλλά και γοητευτική γυναίκα που έχει παρασύρει κάποιους στην καταστροφή και τον όλεθρο, μετά από 4 gin tonics.
Αποφάσισε να παντρευτεί. Είμαι πολύ κατά και της το είπα, το Σεπτέμβρη στην Ύδρα – αλλά μυαλό δεν βάζει.
Ο μπαμπάς της έγινε τούρμπο : «Έχω κάνει αμάν να δω εγγόνι, και εσύ ψήνεις την Αμαλία να μείνει ανύπαντρη».

-«Απλώς δεν θέλω οι προσωπικοί μου μύθοι να περιχαρακώνονται»…

Κάποιες μαργαρίτες πρέπει να μένουν μια αγκαλιά μέσα στον κουβά - και να μην δένονται σε νυφικές ανθοδέσμες.
   
                                                             
                                                         

Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Never skip dessert



Λόγω του ότι είμαι άτομο ενήλικο και υπεύθυνο, καθώς και μητέρα, έχω αναγκαστεί τα τελευταία χρόνια να τρώω αλμυρά πράγματα στα κυρίως γεύματα αντί για επιδόρπια – όπως ήταν η φυσική μου τάση μέχρι να γίνω άτομο ενήλικο και υπεύθυνο. (H Cher ας πούμε στο Mermaids που τάιζε τα παιδιά της επιδόρπια αντί για κυρίως γεύματα είναι η προσωπική μου ηρωίδα –αλλά μάλλον μεγαλώνοντας, τα παιδιά θα έπρεπε να κάνουν ισάριθμες πλαστικές με την ίδια – δεν το δείχνει, αλλά το φαντάζεται μόνος του ο θεατής).





Το θέμα είναι ότι πιστεύω ακράδαντα ότι πολλά επιδόρπια μπορούν να μεταμφιεστούν και να περάσουν κάλλιστα για σοβαρά και ενήλικα γεύματα.
Μερικά εύκολα παραδείγματα: το cheesecake, (χωρίς topping, σκέτο όπως το έφτιαχνε το Food Company), είναι μια χαρά μεσημεριανό!
Τα Iles flottantes (μισοψημένα «νησιά»- μαρέγκες που επιπλέουν μέσα σε crème anglaise), μπορούν άνετα να φαγωθούν για βραδινό.
Τα Iles flottantes για να σας θυμίσω, είναι το επιδόρπιο που έφτιαξε η Diana Keaton σαν πρόσχημα για να πάει να κατασκοπεύσει το σπίτι των γειτόνων στο «Manhattan murder mystery».
Anyway, η μοναδική ελληνίδα που ξέρω που το φτιάχνει τέλεια είναι η Κάτια Δημοπούλου και το συγκεκριμένο επιδόρπιο ήταν το coup-de-grace από τη μεριά της προς το πρόσωπό μου. Δηλαδή, δεν έφθανε που είχε την τέλεια ζωή, (ζούσε από το γράψιμό της, είχε τον πιο όμορφο άνδρα κ.ά.), αλλά πολύ χαλαρά εμφανιζόταν με μια πιατέλα Iles flottantes τύπου: «Παρεπιπτόντως, ενώ ζούσα την τέλεια ζωή, έψησα και αυτές τις τέλειες μαρέγκες».
Και εδώ πρέπει να πω ότι μια φορά που πήγα να ψήσω μαρέγκες για να φτιάξω μια Πάβλοβα, -(μου αρέσει το casual ύφος γιατί ψαρώνετε) – μετά από 4 ώρες που οι μαρέγκες δεν αντιδρούσαν καθόλου στο φούρνο (πλήρως αναίσθητες), πήγα στο πρώην «Ασκληπιού Γωνία» κοντά στο πρώην σπίτι μου και κτύπησα μια πρώην Πάβλοβα και νυν δικαίωση.

Άλλο τέλειο επιδόρπιο έφτιαχνε ο φίλος μου ο Πάνος, ο οποίος επίσης ζούσε την τέλεια ζωή μέχρι να αρρωστήσει και εν τέλει να πάει να συναντήσει τον Μεγάλο Ζαχαροπλάστη, αποδεικνύοντας σε όλους εμάς τους υπόλοιπους, ότι ζούμε την τέλεια ζωή γιατί η εναλλακτική απλώς, δεν είναι καθόλου τέλεια – αν εξαιρέσεις ότι μου λείπει ο ίδιος αφόρητα…
Λοιπόν ο Πάνος είχε την ιδέα, (και κουβάλησε στο σπίτι μου όλα τα συμπράγκαλα), να φτιάξουμε σπιτικά milles-feuilles, (όλοι οι φίλοι μου είναι βλαμμένοι με κάποιον δικό τους, ειδικό τρόπο).
Και το κάναμε ως εξής: κόψαμε σφολιάτες σε τετράγωνα και τις ψήσαμε, μετά φτιάξαμε την κρέμα μόνοι μας –αλλά όχι άσπρη, με φραμπουάζ για να είναι, λέει, ροζ, (σας τα ‘λέγα, non?) – και μετά από δύο ώρες δουλειάς, συναρμολογήσαμε τα ροζ milles feuilles μας και τα φάγαμε σε περίπου 17 δευτερόλεπτα.
Παράλογο? (Δεν απαντά, άρα λογικό).

Άλλοι φίλοι φτιάχνουν άλλα τέλεια επιδόρπια: η Τζώρτζια μωσαϊκό, η Νιόβη σούπερ μους από βιολογικές φράουλες, η μαμά μου (αν την απειλήσεις με ένα κουζινομάχαιρο), φτιάχνει ωραία πορτοκαλόπιτα, η Κατερίνα φτιάχνει carrot cake με cream cheese (αυτό έχει και ένα μεγάλο ατού: ΔΕΝ αρέσει στα παιδιά!).
Εγώ φτιάχνω ωραία Zuppa Inglese - ως distraction κυρίως.

Όπως και να ΄χει: Life is uncertain. Eat dessert first!
 

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Σκυλίσια Μέρα



Προχθές είδα μια ταινία που λεγόταν «A dogs tale» και διηγιόταν την ιστορία ενός τύπου (Richard Gere στο έργο) και του σκύλου του, (ένα Αkita), με το όνομα Hatchi.
Είναι μια ιστορία αγάπης και αφοσίωσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στο μόνο πλάσμα που ξέρει να αγαπάει πραγματικά στον μάταιο τούτο κόσμο… το σκύλο.
O Richard Gere είναι ένας καθηγητής γύρω στα 60, γοητευτικός, (δηλαδή you still want to take care of himin the broader sense), αλλά καμία σχέση με το ασύλληπτο hunk που ήταν όταν διάλεγε γραβάτες στο American Gigolo.
(Είναι άσχετο με το θέμα μας, αλλά θα το βάλω το βίντεο, δεν κρατιέμαι…) 



Τέλος πάντων, (κάντε ένα κρύο ντους και πείτε το Πάτερ Ημών από μέσα σας, και συνεχίζουμε).

Όπως παρακολουθούσα την ταινία, είπα στο Δημήτρη: «Έτσι τελειώνει η αγάπη του σκύλου» -«Πως?», μου λέει, -«Με το θάνατο».
Και θυμήθηκα ένα βροχερό πρωί Κυριακής, όταν ήμουν οκτώ χρονών που ξύπνησα ακούγοντας ένα σκυλάκι που έκλαιγε και βγήκα στον κήπο, για να βρω ένα μαύρο κουτάβι μούσκεμα, που είχε μπει κάτω από μια υδρορροή για να προφυλαχτεί!
Ο Ραν-ταν-πλαν, σκέφτηκα.
Μέχρι να ξυπνήσουν οι γονείς μου το κουτάβι είχε ήδη για σπίτι του μια κούτα Νουνού στην κουζίνα μας, για κουβέρτα του ένα παλιό –ή όχι και τόσο παλιό – πουλόβερ μου, και όνομα.
Τον έλεγαν Μάγκα.
Δηλαδή, πάντα από τότε που γεννήθηκα, είχα σκυλιά, αλλά αυτός ήταν ο Ένας, ο δικός μου σκύλος. Και εγώ ήμουν ο σωτήρας του.
Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν η μαμά μου είδε το σκύλο και της ανακοινώθηκε το όνομα. «Μάγκας»? «Μα το σκυλί είναι θηλυκό!», μου είπε. Δεν κολλήσαμε εκεί, πάντα ήθελα ένα σκύλο να τον λένε Μάγκα, ας ήταν και κορίτσι.
Ο Μάγκας έμεινε μαζί μας 14 χρόνια. Γέννησε τρεις γενιές Μαγκάκια, ήταν ερωτιάρης (α), προστατευτικός, καβγατζής και ριψοκίνδυνος. Μια φορά τον κτύπησε αυτοκίνητο και κυκλοφορούσε με γύψο στο πόδι, για κανένα μήνα.
Ήταν ένα γαλαζοαίματο ημίαιμο-όπως και το αφεντικό του δηλαδή, ακριβώς.
Όταν ήμουν 17 χρονών και πήγα για ένα χρόνο στην Αμερική, δεν έτρωγε στην αρχή αλλά  μετά το ξεπέρασε..Heart broken but adaptive…όπως το αφεντικό του δηλαδή, ακριβώς.
Και μια μέρα χάθηκε.
Μια κακιά, κακιά γυναίκα που έμενε δίπλα μας, μου είχε πει τότε ότι τον είδε χτυπημένο από αυτοκίνητο στο πλάι του δρόμου.
Και εγώ η ίδια είδα ένα μαύρο, σκοτωμένο σκυλί στην άκρη του δρόμου, όπως οδηγούσα, μια άλλη μέρα. Δεν άντεξα να σταματήσω να δω αν ήταν αυτός.
Αποφάσισα ότι ο Μάγκας απλώς έφυγε, για να πάει κάπου καλύτερα.

Όπως όλες οι μεγάλες αγάπες, έρχεται καμιά φορά στα όνειρα μου.
Εγώ είμαι παιδί κι αυτός κουτάβι, και παίζουμε. Εις τον Αιώνα των αιώνων. Αμήν.

Δεν ξαναπήρα ποτέ σκύλο. Ούτε πρόκειται.








Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Arthur



Η σοβαρή γιαγιά μου, όταν πέθανε, μου άφησε ένα διαμέρισμα.
Η αστεία γιαγιά μου πάλι, μου άφησε ένα παλτό βιζόν and a weird sense of humor.
Ας πούμε η σοβαρή γιαγιά όταν έφευγες, έλεγε: «Να προσέχεις τον εαυτό σου», η άλλη γιαγιά έλεγε: «Που πας χωρίς κραγιόν?» 
Το διαμέρισμα είναι ξενοίκιαστο δύο χρόνια, το βιζόν δεν το φοράω για να μην με ψεκάσουν τίποτα ακτιβιστές στο δρόμο, το μόνο που αποδείχτηκε σωτήριο ήταν το sense of humor.
Δηλαδή, εδώ που τα λέμε, όποιον κι αν ρωτήσεις αν έχει χιούμορ θα σου πει Ναι, αλλά στην περίπτωσή μου έχει αποδειχτεί και εμπράκτως.
Δηλαδή γελάνε με τα αστεία μου και άτομα που δεν ενδιαφέρονται α) να με κρεβατώσουν ή β) να τους δανείσω 50 ευρώ.

Το χιούμορ στην οικογένεια μας ήταν μια πολύ σοβαρή υπόθεση νομίζω. Το να είσαι αστείος ήταν πιο σημαντικό από το να είσαι π.χ. καλός μαθητής, ωραίος, συγκροτημένος ή /και να λες την αλήθεια. Τα ψέματα ήταν mildly αποδεκτά, if you could get a good laugh in the end.
Ο κώδικας επικοινωνίας μας ήταν πολύ απλός: μιλούσαμε με ατάκες από το Arthur.
Ο λόγος είναι ότι στο Arthur υπάρχει όλη η απαραίτητη φρασεολογία που έχει ανάγκη μια οικογένεια για να επικοινωνήσει- (άλλοι λένε πως αυτό ισχύει για το Νονό, αλλά στο τέλος του Arthur, όλοι οι ήρωες είναι alive and kickinga major plus).

Και θα δώσω παραδείγματα για το Arthur:
«Μαμά πήρα 20 στη Γεωγραφία!!» - Μαμά: «Ill alert the Media»
Ο μπαμπάς σε πρήζει να φοράς ζώνη μόλις πρωτο-οδηγείς: «We understand its small, Arthur».
Γυρίζεις αργά και έχεις πιεί. Μαμά: «Everyone who drinks is not a poet», Κοραλία : «Some of us drink ‘cause we are not poets».
Μπαμπάς: «No one in our family ever drinks», Χάρης: «That’s great, you’ll probably never run out of ice».
And so on and so forth.

Όλα αυτά είχαν ένα οικτρό αποτέλεσμα.

Κανείς δεν μας προετοίμασε για την πραγματική ζωή. Όπου υπάρχουν συνέπειες σε ότι κάνεις και όπου ο κόσμος μιλάει με κανονικές προτάσεις που τις σκέφτηκε μόνος του –και όχι ο Arthur.
Από τότε, έχω περάσει 25 χρόνια αναζητώντας μια άλλη ταινία με της οποίας τα λόγια να μπορώ να πορεύομαι, αλλά καμία δεν είναι σαν αυτό, το  πρώτο έργο.
Ίσως φταίει και το ότι κάποιοι από τους πρωταγωνιστές της ζωής μου πέθαναν στην πορεία.
«Party poopers» –όπως θα έλεγε κι ο Arthur







Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Althea



Πόσο να βάλω;
Μία ώρα!!
Μόνο;
Σε κάτι πιο compact δε διατίθεται, π.χ. a lifetime;
Όχι, ε…Το φοβόμουν...
Έτσι είναι με τα πυροτεχνήματα. Κρατάνε λίγο.
Επιφωνήματα θαυμασμού σε κάθε νέο κόλπο. “Un petit truc” όπως θα έλεγαν και οι Γάλλοι.

Θυμάμαι μια καλοκαιρινή νύχτα του 86, η Heather και εγώ, ξαπλωμένες σε ένα λιβάδι με στάχυα, στον Αμερικάνικο Νότο, πίναμε άσπρο κρασί –σε κανονικά κολονάτα ποτήρια του άσπρου κρασιού – και κοιτάζαμε τον ουρανό.
Ήμασταν 17 χρονών και το μέλλον ήταν ήδη εκεί. Corona Borealis, Lyra, Serpens.
Ονόματα αστερισμών που θα μαθαίναμε αργότερα.
Εκείνη τη νύχτα, απλώς κοιτάζαμε τα αστέρια να κατεβαίνουν χαμηλά και να αγγίζουν τα στάχυα.   
Και το μέλλον ήταν ήδη εδώ.    

«If I ever have a baby girl, I’ll name her Althea», Ι said.





Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

McGuffin...or not?


Διάβασα το παρακάτω σήμερα στο World Wide Words:

«According to the online Oxford English Dictionary, the first recorded usage of the term “McGuffin”, is in a typescript of a lecture that Alfred Hitchcock gave at Columbia University on 30 March 1939:
We have a name in the studio, and we call it the “McGuffin”. It is the mechanical element that usually crops up in any story. In crook stories it is always the necklace and in spy stories it is always the papers. We just try to be a little more original.
He is said to have derived it from a brief story of the shaggy-dog type told by his friend and colleague Angus MacPhail, an extraordinary valetudinarian eccentric with the memory of an elephant who delighted in wordplay, puns and puzzles and who at one time earned his living by making up jokes for Tommy Trinder. This is one version of the story:
The derivation of McGuffin, for a gimmick, is obscure. Hitchcock’s best explanation is also obscure. “There is a bloke on a train,” says the English director. “He sees a package, and asked what it is. Man says it’s a McGuffin. Other man asks what is a McGuffin? Other cove says a McGuffin is an apparatus for trapping lions in the Adirondacks. ‘But there are no lions in the Adirondacks,’ other bloke says. ‘Then this thing is no McGuffin,’ second lad says.”


Τhe identity of Hitchcock’s McGuffin is slippery. It’s the trigger for the story, the pretext on which the action depends that is used to catch the attention of the audience, but which isn’t important or relevant to the plot. It’s merely a catalyst, what one writer has called a “indispensable inconsequentiality”. This is how Hitchcock himself described it in a famous interview:
The theft of secret documents was the original McGuffin. So the “McGuffin” is the term we use to cover all that sort of thing: to steal plans or documents, or discover a secret, it doesn’t matter what it is. And the logicians are wrong in trying to figure out the truth of a McGuffin, since it’s beside the point. The only thing that really matters is that in the picture the plans, documents, or secrets must seem to be of vital importance to the characters. To me, the narrator, they’re of no importance whatsoever.
Hitchcock, by François Truffaut, 1967
In the US journal The Writer in 1926, Robert Haven Schauffler says “I forget who was the creator of ‘McGuffin,’ but a ‘McGuffin’ is a gift that is not to be opened until Christmas.”»


Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ιστορία με τo McGuffin - κυρίως γιατί στις ταινίες, ενώ όλη η πλοκή περιστρέφεται γύρω από αυτό και οι ήρωες νομίζουν ότι αυτό αναζητούν, στο τέλος πάντα βρίσκουν κάτι άλλο.
Βρίσκουν τον εαυτό τους, το μεγάλο τους έρωτα ή ακόμα και το θάνατο.
Κάθε πράγμα που νομίζεις πως επιθυμείς, μπορεί να είναι McGuffin…ή αυτό, το «άλλο».